σειροδέτηση
η, ουσ.
(ναυτ.) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σειροδετώ, δίπλωμα και συνέχεια δέσιμο των πανιών του ιστιοφόρου εξαιτίας της εμφανιζόμενης κακοκαιρίας, αλλιώς: μουδάρισμα.
Ετυμολογία
< σειροδετώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σειροδέτηση», σ. 749. https://navalhistory.gr/lexiko/σειροδετηση/