navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σβίγα

σβίγα

η, ουσ.

  1. ξύλινο εργαλείο ύφανσης, τσιρίκι, ροδάνι
  2. ο κύλινδρος που τυλίγεται το σχοινί του πηγαδιού, μαγγάνι
  3. (ναυτ.) α) στροφέας ή στροφείο σχοινοπλόκου, εξέλικτρο [= ξύλινο τύμπανο ή τυλιγάδι στο οποίο περιτυλίγονται σχοινιά, καλώδια ή συρματόσχοινα του πλοίου], β) [παλαιότερα] ειδική ανέμη [= κάθετος ιστός ή και πλάγιος] στην οποία τυλίγεται το δρομόμετρο του πλοίου.

Ετυμολογία

< ηχοποίητη λέξη από το σβιν.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σβίγα», σ. 748. https://navalhistory.gr/lexiko/σβιγα/