σβίγα
η, ουσ.
- ξύλινο εργαλείο ύφανσης, τσιρίκι, ροδάνι
- ο κύλινδρος που τυλίγεται το σχοινί του πηγαδιού, μαγγάνι
- (ναυτ.) α) στροφέας ή στροφείο σχοινοπλόκου, εξέλικτρο [= ξύλινο τύμπανο ή τυλιγάδι στο οποίο περιτυλίγονται σχοινιά, καλώδια ή συρματόσχοινα του πλοίου], β) [παλαιότερα] ειδική ανέμη [= κάθετος ιστός ή και πλάγιος] στην οποία τυλίγεται το δρομόμετρο του πλοίου.
Ετυμολογία
< ηχοποίητη λέξη από το σβιν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σβίγα», σ. 748. https://navalhistory.gr/lexiko/σβιγα/