navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φαροφύλακας

φαροφύλακας

ο, ουσ.

(ναυτ.) υπάλληλος επιφορτισμένος με τη φύλαξη και λειτουργία των φάρων.

Ετυμολογία

< φάρ(ος) -ο- + -φύλακας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαροφύλακας», σ. 886. https://navalhistory.gr/lexiko/φαροφυλακασ/