σκαφίτης
ο, ουσ.
(ναυτ.) ναύτης επιφορτισμένος με το καθήκον των πλοήγησης της μικρής βάρκας, δηλ. της σκάφης [δες λ. ερμ. 2η].
Ετυμολογία
< σκάφ(η) + -ίτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαφίτης», σ. 765. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαφιτησ/