κουλούρι
το, ουσ.
- αρτοπαρασκεύασμα σε στρογγυλό, συνήθως, σχήμα, πασπαλισμένο κυρίως με σουσάμι, γνωστό και ως κουλούρι Θεσσαλονίκης
- (ναυτ.) αγκυρόδεσμος, τύπος δεσμού για την ασφαλή πρόσδεση και βύθιση της άγκυρας.
Ετυμολογία
< μσν. κουλούρι(ο)ν, υποκορ. του κουλούρ(α) -ιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουλούρι», σ. 453. https://navalhistory.gr/lexiko/κουλουρι/