κάβος, [2]
ο, ουσ.
(ναυτ.) χοντρό σχοινί που το χρησιμοποιούν κατά τη διαδικασία της αγκυροβόλησης για τη σταθεροποίηση και την ασφάλεια του σκάφους, καραβόσκοινο, παλαμάρι.
Ετυμολογία
< μσν. αβέβαιου ετύμου, ίσως από το
ή ισπαν. cabo < πορτ. cabo < caboo < λατιν. capulus [= σορός], ή
ή < γενουάτ. ή παλαιό. ιταλ. cavo [= άκρη] < λατιν. cavus [= κοίλος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάβος, [2]», σ. 381. https://navalhistory.gr/lexiko/καβοσ-2/