navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καλάδα

καλάδα

η, ουσ.

(ναυτ.) α) το ρίξιμο διχτυών αλιείας, β) ψαρότοπος κατάλληλος για τις τράτες.

Ετυμολογία

< βενετ. calada.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλάδα», σ. 389. https://navalhistory.gr/lexiko/καλαδα/