φανός
ο, ουσ.
- το φανάρι [δες λ.], πρόχειρα φτιαγμένο μέσο ή ως βιομηχανικό προϊόν, κατάλληλο για φωτισμό
- (ναυτ.) κάθε πυρσός, που χρησιμεύει στην ακτοπλοΐα, στην ένδειξη εισόδου όρμων, λιμένων και διαύλων και λιμενοβραχιόνων, καθώς και στην ένδειξη κεφαλής προβλητών ή κρηπιδωμάτων, (φρ.) «φανός θυέλλης», υαλόφρακτος για προστασία της λυχνίας από τον αέρα και το νερό, «φανός πέδησης», τα πίσω φώτα φρεναρίσματος των οχημάτων, «φανοί πορείας», προβολείς σε οχήματα και σκάφη, «φανοί ομίχλης», φώτα συνήθως κίτρινου χρώματος σε φορητά φανάρια, οχήματα και πλοία, «φανός λιμένος», φάρος σε λιμάνι, «φανός σημάτων / σήμανσης / περίβλεπτος / ακτοπλοΐας / μάχης / ρυμούλκησης / αγκυροβολίας / ναυσιπλοΐας / εισόδου λιμένα / καταιγίδας / κορώνης [λευκό φως πρύμνης] / ηλιακός / πλευρικός / περιστροφικός / αδιάβροχος / ορατός / επιλέμβιος / ναυαγίου / ασφαλείας / πρόσκαιρος / προσωρινός».
Ετυμολογία
< αρχ. φανός [= δαυλός].
Σύνθετα
φανοδόκη, φανοκόρος, φανοστάτης, φανοφόρος, φανοποιείο, φανοποιία, φανοποιός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φανός», σ. 885. https://navalhistory.gr/lexiko/φανοσ/