καρέ
το, άκλ. ουσ.
- (μαθημ.) τετράγωνο
- στα χαρτοπαίγνια: α) τέσσερις παίχτες, β) όρος παιχνιδιού
- (ενδυμ.) α) ορθογώνιο άνοιγμα στη λαιμόκοψη φορέματος, β) ύφασμα κεντημένο, γ) ύφασμα με γραμμές που σχηματίζουν τετράγωνα
- (αισθητ.) είδος ανδρικής ή γυναικείας κόμμωσης
- το μέρος του στήθους πάνω από τους μαστούς
- (ναυτ.) διαμέρισμα πολεμικού πλοίου με πολλαπλές χρηστικές εφαρμογές, από εστιατόριο έως εντευκτήριο ή χώρος ψυχαγωγίας του πληρώματος [καρρέ με δύο -ρρ-].
Ετυμολογία
< γαλλ. carré [= τετράγωνο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρέ», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρε/