navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρέ

καρέ

το, άκλ. ουσ.

  1. (μαθημ.) τετράγωνο
  2. στα χαρτοπαίγνια: α) τέσσερις παίχτες, β) όρος παιχνιδιού
  3. (ενδυμ.) α) ορθογώνιο άνοιγμα στη λαιμόκοψη φορέματος, β) ύφασμα κεντημένο, γ) ύφασμα με γραμμές που σχηματίζουν τετράγωνα
  4. (αισθητ.) είδος ανδρικής ή γυναικείας κόμμωσης
  5. το μέρος του στήθους πάνω από τους μαστούς
  6. (ναυτ.) διαμέρισμα πολεμικού πλοίου με πολλαπλές χρηστικές εφαρμογές, από εστιατόριο έως εντευκτήριο ή χώρος ψυχαγωγίας του πληρώματος [καρρέ με δύο -ρρ-].

Ετυμολογία

< γαλλ. carré [= τετράγωνο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρέ», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρε/