δίοπος
ο/η, ουσ.
(ναυτ.) ο κατώτατος βαθμός υπαξιωματικού (OR-4) στο σύγχρονο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, ανώτερος του υποδίοπου [= τιμητικός βαθμός ναύτη, αντίστοιχου του υποδεκανέα στο στρατό] και κατώτερος του κελευστή. Οι αντίστοιχοι βαθμοί στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς είναι ο δεκανέας και στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία ο υποσμηνίας.
Ετυμολογία
< αρχ. διέπω [= διευθύνω, τακτοποιώ, ρυθμίζω ένα ζήτημα, κυβερνώ, κανονίζω, καθορίζω]. Στην αρχαιότητα, ο Δίοπος μπορούσε να ήταν ο αρχηγός - κυβερνήτης - διοικητής πλοίου, αλλά και ο επιτηρητής / επιστάτης της εκφόρτωσής του πλοίου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίοπος», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοποσ/