μπασμός
ο, ουσ.
(ναυτ.) αλλιώς: μαλάγρα [δες λ.], είδος δολώματος για την προσέλκυση των ψαριών κοντά στο σημείο ψαρέματος.
Ετυμολογία
ίσως από το ρ.
ή μπάζω < βάζω, ή
ή < τουρκ. basmak [= πιέζω, πατώ] (γιατί συνήθως οι μαλάγρες γίνονται από ζύμωμα διαφόρων υλικών).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπασμός», σ. 544. https://navalhistory.gr/lexiko/μπασμοσ/