κηρυκευτικό
το, ουσ.
(ναυτ.)
- πολεμικό πλοίο που μετέφερε ανώτερο αξιωματικό ή πολιτικό πρόσωπο με σκοπό τη ανταλλαγή μηνυμάτων και προτάσεων προς την αντίπαλη ναυτική δύναμη, έφερε τη λευκή τετράγωνη σημαία των διαπραγματεύσεων και θεωρείτο κατά το ναυτικό έθιμο ως «πλοίο απυρόβλητο»,
- «κηρυκευτικό σήμα», σημαία της αντίπαλης ναυτικής δύναμης που έφερε το πολεμικό σκάφος με σκοπό τη μεταφορά προτάσεων προς αυτό.
Ετυμολογία
< κηρυκεύω < αρχ. κῆρυξ [= αγγελιοφόρος, διαλαλητής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κηρυκευτικό», σ. 431. https://navalhistory.gr/lexiko/κηρυκευτικο/