ευκαιρία
η, ουσ.
- ευνοϊκή περίσταση που επιτρέπει την πραγματοποίηση ενός σκοπού, καιρός κατάλληλος για υλοποίηση σχεδίου, κ.λπ.
- ο διαθέσιμος χρόνος, ο ελεύθερος χρόνος
- στιγμή ιδανική για αγορά αντικειμένου σε πολύ καλή τιμή
- (ναυτ.) αυθαίρετη ονομασία μικρού βοηθητικού επιβατηγού πλοίου, για καθημερινή μεταφορά προσωπικού από Πειραιά προς Ναύσταθμο Σαλαμίνας [για πρώτη φορά ορίστηκε από τον Βασιλέα Γεώργιο Α' περί το 1900, ακόμα και σήμερα τέτοιο πλοίο υφίσταται και υπάγεται στη Διοίκηση Ναυστάθμου Σαλαμίνας]
- (φρ.) «σημαία ευκαιρίας», δηλ. η νηολόγηση εμπορικού πλοίου με ξένη σημαία, που εξασφαλίζει στον πλοιοκτήτη καλύτερους όρους φορολόγησης.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐκαιρία [= κατάλληλος χρόνος, αφθονία, ευημερία].
Παράγωγα
ευκαιριακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευκαιρία», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευκαιρια/