σκόρτσο
το, ουσ.
- ξύλινο καδρόνι που χρησιμοποιείται για δοκάρι
- τίναγμα: α) δοκαριού, ξύλου ή πέτρας που προσαρμόστηκε σε οικοδομή ή πρόχειρη κατασκευή, β) (ναυτ.) σχοινιού, που δέχεται απότομη ένταση
- άρνηση υποταγής.
Ετυμολογία
< ιταλ. προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκόρτσο», σ. 769. https://navalhistory.gr/lexiko/σκορτσο/