navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκόρτσο

σκόρτσο

το, ουσ.

  1. ξύλινο καδρόνι που χρησιμοποιείται για δοκάρι
  2. τίναγμα: α) δοκαριού, ξύλου ή πέτρας που προσαρμόστηκε σε οικοδομή ή πρόχειρη κατασκευή, β) (ναυτ.) σχοινιού, που δέχεται απότομη ένταση
  3. άρνηση υποταγής.

Ετυμολογία

< ιταλ. προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκόρτσο», σ. 769. https://navalhistory.gr/lexiko/σκορτσο/