γκαζάδικο
το, ουσ.
(ναυτ.) [λαϊκότροπο]
- τύπος δεξαμενόπλοιου που λειτουργεί αποκλειστικά ως πετρελαιοφόρο, το τάνκερ
- μικρό πλοίο σε λιμάνι που τροφοδοτεί με καύσιμα τα πλοία που πρόκειται να ταξιδέψουν.
Ετυμολογία
< γκάζ(ι) [δες ετυμ. λ.] + -άδικο [παραγωγική κατάλ. ουδ. ουσ. που δηλώνει κατάστημα, ή χώρο εργασίας ή σπίτι κάποιας φαμίλιας π.χ. (ασβέστης ασβεστάδικο, (βενζίνη) βενζινάδικο, (Νοταράς) Νοταράδικο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαζάδικο», σ. 184. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαζαδικο/