navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υπερωκεάνιο

υπερωκεάνιο

το, ουσ.

υπερωκεάνιο, εικόνα από το έντυπο

(ναυτ.) μεγάλο επιβατικό πλοίο που πραγματοποιεί ταξίδια σε μεγάλες θάλασσες και ωκεανούς, αλλιώς και ποντοπόρο [φωτό: το Υπερωκεάνιο «Πατρίς» που είχε δρομολογηθεί στη διαδρομή Ελλάδα – Αυστραλία, δεκαετία 1950-1959, δυναμικότητας 1.250 ατόμων και ταχύτητας 18 κόμβων].

Ετυμολογία

ουδ. του μτγν. επιθ. ὑπερωκεάνιος [= πέρα από τον ωκεανό]. Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπερωκεάνιο», σσ. 869-870. https://navalhistory.gr/lexiko/υπερωκεανιο/