navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σιάρω

σιάρω

ρ. [αμετβ.]

(ναυτ.) α) πλέω με την πρύμνη μπροστά, πλέω προς τα πίσω, υποχωρώ, β) κωπηλατώντας αλλάζω την πορεία του σκάφους.

Ετυμολογία

< ιταλ. sciare.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιάρω», σ. 757. https://navalhistory.gr/lexiko/σιαρω/