πυριτοδότης
ο, ουσ.
- Ναυτικοί όροι
- από το 1858
(ναυτ.) ναύτης του πολεμικού ναυτικού με καθήκον του, τη μεταφορά πυρομαχικών από τις αποθήκες του πλοίου στα πυροβόλα όπλα.
Ετυμολογία
< μτγν. ο πυρῖτις / -ίτιδα + δότης < [αρχ.] δίδωμι [= δίνω, αποδίδω, δωρίζω, χαρίζω, προσφέρω], η λ., μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυριτοδότης», σ. 717. https://navalhistory.gr/lexiko/πυριτοδοτησ/