θάλαμος
ο, ουσ.
- μεγάλο δωμάτιο ή προσωπικό δωμάτιο σπιτιού, (φρ.) «νυφικός θάλαμος»,
- μεγάλος χώρος (συνήθως κτηρίου) εντός του οποίου διαμένουν πολλά άτομα, (φρ.) «θάλαμος νοσοκομείου / οικοτροφείου / δεσμωτηρίου / στρατώνα / καρκινοπαθών»,
- (αρχαιολ.) τμήμα ευρύτερου κτίσματος, (φρ.) «θάλαμος μυκηναϊκού τάφου»,
- (ανατ.) τμήμα του εγκεφάλου
- περίκλειστος χώρος για ειδική χρήση, (φρ.) «τηλεφωνικός θάλαμος», «θάλαμος αερίων», ιδιαίτερος χώρος για εκτέλεση κρατουμένων με δηλητηριώδη αέρια, «θάλαμος αρνητικής πίεσης», χώρος απομόνωσης, σε νοσοκομεία, κλινικές και ιατρικά κέντρα, που είναι κατάλληλα διαμορφωμένος για την αποτροπή μετάδοσης ασθενειών, διαθέτουν εξοπλισμό για διασωληνώσεις, μόνιτορ που παρακολουθούν τις ζωτικές λειτουργίες των ασθενών κ.λπ. επίσης, «θάλαμος μονάδας εντατικής θεραπείας», «ψυκτικός θάλαμος», για συντήρηση τροφίμων σε χαμηλή θερμοκρασία, «σκοτεινός θάλαμος»: α) χώρος για την εμφάνιση φωτογραφιών, β) τμήμα φωτογραφικής μηχανής, (μηχανολ.) «θάλαμος καύσεως / αναμείξεως», τμήμα διάφορων μηχανών, εντός του οποίου πραγματοποιείται η καύση ή η ανάμειξη του καυσίμου, «θάλαμος ανασταλτικής βαλβίδας / βελονοφόρου βαλβίδας / οργάνων πηδαλιουχίας / προαναφλέξεως / στροφάλου» (ναυτ.) «θάλαμος χαρτών / ασυρμάτου / ραδιοτηλεφώνου / ασθενών [θεραπευτήριο] / τραυματιών πλοίου».
Ετυμολογία
[για την 1η, 2η 3η και 5η ερμ.] < αρχ. θάλαμος, [για την 4η ερμ.] < λατιν. thalamus < αρχ. θάλαμος.
Παράγωγα
θαλάμη, θαλαμικός, θαλαμίσκος, θαλαμωτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θάλαμος», σσ. 345-346. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλαμοσ/