navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαπορέτο

βαπορέτο

το, ουσ.

  1. (τεχνολ.) α) αποστακτήρας, συνών. άμβυκας, βραστήρας, β) συσκευή αφαλάτωσης σε πλοία, αποστακτήρας
  2. (ναυτ.) μικρό ατμόπλοιο.

Ετυμολογία

< ιταλ. vaporetto < λατιν. vaporatium [= βραστήρας] < vaporo, vaporare [= εξατμίζω] < vapor [= ατμός].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαπορέτο», σ. 146. https://navalhistory.gr/lexiko/βαπορετο/