όνυξ
ο, ουσ.

- το νύχι
- (κατ’ επέκτ.) α) οπλή ζώου, β) άγκιστρο, γ) εξάρτημα στο σασμάν του ποδηλάτου, 4. (ναυτ.) το μέρος της άγκυρας που γαντζώνει στην επιφάνεια του πυθμένα και αποτελεί προέκταση του βραχίονα ή της ατράκτου ανάλογα τον κατασκευαστικό τύπο της, 5. (ορυκτ.) όνυχας [= ημιπολύτιμος λίθος που είναι ποικιλία αχάτη].
Ετυμολογία
< αρχ. ὄνυξ, -ῠχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όνυξ», σ. 605. https://navalhistory.gr/lexiko/ονυξ/