έρμα
το, ουσ. [γεν. του έρματος]
- (ναυτ.) το πρόσθετο βάρος που τοποθετείται σε σκάφος [πλοίο ή αερόστατο] για να αποκαθιστά την ισορροπία και την ευστάθεια, αλλιώς: σαβούρα
- (μτφ.) οι ηθικές αρχές του ανθρώπου
- στρώμα χαλικιών, πάνω στο οποίο τοποθετούνται οι ξύλινοι ή οι μπετονένιοι στρωτήρες που στηρίζουν τις ράγες των τραίνων
- τεχνητό εμπόδιο ποντισμένο σε περιοχή λιμένα ή κοντά σε ακτή που σκοπό έχει τον ευκολότερο ελλιμενισμό εμπορικών ή πολεμικών σκαφών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἕρμα [= 1. έρεισμα, 2. βυθισμένος βράχος, σκόπελος, 3. λοφίσκος, σωρός χώματος ή λίθων, 4. σαβούρα].
Παράγωγα
αρχ. ἑρματίζω [= τοποθετώ βάρος σε αμπάρι πλοίου], ερμάρω, ερμασμός, ερμάτιση, ερματισμός, ερμάτισμα, ερματιστός.
Σύνθετα
ανερμάτιστος, αφερματίζω, αφερμάτιση, αφερματισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έρμα», σ. 309. https://navalhistory.gr/lexiko/ερμα/