navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τρέσα*2

τρέσα*2

η, ουσ.

(ναυτ.) εσωτερικό δοκάρι σε μεγάλο ιστιοφόρο που, συνήθως, προέρχεται από ζεύγος ξύλων για τη σύνδεση [διάπηγμα] του θωρακίου, το τραβέρσο.

Ετυμολογία

< βενετ. tresa.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τρέσα*2», σ. 842. https://navalhistory.gr/lexiko/τρεσα2/