ρότα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- (ναυτ.) α) πορεία που έχει χαράξει και ακολουθεί ένα πλοίο, το δρομολόγιο, β) κατεύθυνση πλοίου, ο πλους
- (μτφ.) ο προσανατολισμός.
Ετυμολογία
< ιταλ. rotta [= δρόμος] < λατιν. rupta (via) [= διανοιγμένος δρόμος], ή
ή < βενετ. rota, ή
ή < γαλλ. route [= δρόμος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρότα», σ. 735. https://navalhistory.gr/lexiko/ροτα/