navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Θ › θαλαμηπόλος

θαλαμηπόλος

ο/η, ουσ.

(ναυτ.) το μέλος του πληρώματος που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο, αλλά και για την εξυπηρέτηση των επιβατών ή του προσωπικού, ο καμαρότος, (φρ.) «θαλαμηπόλος καταστρώματος / τραπεζαρίας – τραπεζοκόμος / στο Πολεμικό Ναυτικό», συνών. καμαριέρης / καμαριέρα.

Ετυμολογία

< μτγν. ὁ θαλαμηπόλος [= ευνούχος καμαριέρης], αρχ. ἡ θαλαμηπόλος [= 1. καμαριέρα, η υπηρέτρια της οικοδέσποινας, σε Όμηρ. 2. ευνούχος σε γυναικωνίτη, σε κρεβατοκάμαρα, σε Πλούτ. 3. ευνουχισμένος ιερέας της θεάς Κυβέλης, 4. θηλ. ιέρεια της Κυβέλης] < αρχ. θάλαμος + -πολος < αρχ. πέλω / πέλομαι [= είμαι σε κίνηση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θαλαμηπόλος», σ. 345. https://navalhistory.gr/lexiko/θαλαμηπολοσ/