εξορμίζω
ρ. [μετβ.]
(ναυτ.) βγάζω το σκάφος από το αγκυροβόλιο, από το λιμάνι, στο πέλαγος, το βγάζω α ρόδο, αντών. καθορμίζω, αγκυροβολώ, αράζω, [αμετβ.] (μέσ.) εξορμίζομαι, βγαίνω από το λιμάνι, αποπλέω, αντών. ελλιμενίζομαι, προσορμίζομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐξ-ορμίζω [= βγάζω έξω από το λιμάνι] ἐξ + [αρχ.] ὁρμίζω < ὅρμος.
Παράγωγα
εξόρμιση.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξορμίζω», σ. 280. https://navalhistory.gr/lexiko/εξορμιζω/