navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παλάμη

παλάμη

η, ουσ.

  1. (ανατ.) το εσωτερικό του χεριού, χούφτα, [λαϊκότροπο] απαλάμη
  2. (μαθημ.) α) μονάδα μήκους, μικρών διαστάσεων, ίση με το 1/10 του μ. [μήκος που αντιστοιχεί στο πλάτος μιας παλάμης χεριού με ενωμένα τα 4 δάχτυλα εκτός του αντίχειρα], αλλά και β) τετραγωνική παλάμη, μονάδα επιφανείας ίση με το 1/100 του τ.μ., γ) κυβική παλάμη, μονάδα όγκου ίση με το 1/1000 του κ.μ.
  3. (ναυτ.) α) είδος γαντιού που χρησιμοποιείται σαν δακτυλήθρα για το ράψιμο των πανιών, β) μείγμα από λίπος, πίσσα και θειάφι, που είναι κατάλληλο για επάλειψη των πλευρικών τοιχωμάτων [ύφαλα] του πλοίου.

Ετυμολογία

< αρχ. παλάμη.

Παράγωγα

παλαμιά, παλαμίζω, παλαμικός, παλαμιαίος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλάμη», σσ. 623-624. https://navalhistory.gr/lexiko/παλαμη/