navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μήτρα

μήτρα

η, ουσ.

  1. (ανατ.) κοίλο μυώδες όργανο του γυναικείου σώματος εντός του οποίου αναπτύσσεται το έμβρυο
  2. (ζωολ.) το γεννητικό όργανο όλων των θηλαστικών ζώων
  3. το καλούπι εντός του οποίου χύνονται διάφορες ρευστές ύλες για να σχηματίσουν με την βοήθεια της ψύξης ένα στερεό σώμα
  4. (ναυτ.) η εσωτερική ίνα σχοινιού, γύρω από την οποία πλέκονται οι υπόλοιπες ίνες, συνών. κολαούζος
  5. (μτφ.) ό,τι διαμορφώνει κάτι άλλο.

Ετυμολογία

< αρχ. μήτρα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μήτρα», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μητρα/