μήτρα
η, ουσ.
- (ανατ.) κοίλο μυώδες όργανο του γυναικείου σώματος εντός του οποίου αναπτύσσεται το έμβρυο
- (ζωολ.) το γεννητικό όργανο όλων των θηλαστικών ζώων
- το καλούπι εντός του οποίου χύνονται διάφορες ρευστές ύλες για να σχηματίσουν με την βοήθεια της ψύξης ένα στερεό σώμα
- (ναυτ.) η εσωτερική ίνα σχοινιού, γύρω από την οποία πλέκονται οι υπόλοιπες ίνες, συνών. κολαούζος
- (μτφ.) ό,τι διαμορφώνει κάτι άλλο.
Ετυμολογία
< αρχ. μήτρα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μήτρα», σ. 523. https://navalhistory.gr/lexiko/μητρα/