navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κορμός

κορμός

o, ουσ.

  1. το μέρος του δέντρου που ξεκινά από την επιφάνεια του εδάφους και φθάνει στις πρώτες διακλαδώσεις, αλλά και επιφανειακό τμήμα του δέντρου με κομμένα τα κλαδιά
  2. (μτφ.) ό,τι μοιάζει με κορμό δέντρου
  3. (ανατ.) το μέρος του ανθρώπινου σώματος ή των ζώων χωρίς το κεφάλι και τ’ άκρα
  4. (αρχιτ.) το μέρος του κίονα χωρίς το κιονόκρανο
  5. (ζαχαρ.) είδος γλυκίσματος
  6. το βασικό τμήμα κάθε χρηστικού αντικειμένου, (φρ.) (ναυτ.) «κορμός πηδαλίου»,
  7. (πληροφ.) δικτυακό τμήμα που περιλαμβάνει κανάλι και κόμβους, για τη μεταφορά ή μετάδοση δεδομένων, «δικτυακός κορμός»,
  8. (αρχ.) α) μικρό αυλάκι στο οποίο διοχετευόταν μέρος του νερού των διωρύγων και των μεγάλων αυλακιών στα αρδευτικά έργα, στους υδροφράκτες κ.λπ. β) (φρ.) «κορμοὶ ναυτικοί», τα κουπιά.

Ετυμολογία

< αρχ. κορμός.

Σύνθετα

κορμοστασιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορμός», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορμοσ/