κορμός
o, ουσ.
- το μέρος του δέντρου που ξεκινά από την επιφάνεια του εδάφους και φθάνει στις πρώτες διακλαδώσεις, αλλά και επιφανειακό τμήμα του δέντρου με κομμένα τα κλαδιά
- (μτφ.) ό,τι μοιάζει με κορμό δέντρου
- (ανατ.) το μέρος του ανθρώπινου σώματος ή των ζώων χωρίς το κεφάλι και τ’ άκρα
- (αρχιτ.) το μέρος του κίονα χωρίς το κιονόκρανο
- (ζαχαρ.) είδος γλυκίσματος
- το βασικό τμήμα κάθε χρηστικού αντικειμένου, (φρ.) (ναυτ.) «κορμός πηδαλίου»,
- (πληροφ.) δικτυακό τμήμα που περιλαμβάνει κανάλι και κόμβους, για τη μεταφορά ή μετάδοση δεδομένων, «δικτυακός κορμός»,
- (αρχ.) α) μικρό αυλάκι στο οποίο διοχετευόταν μέρος του νερού των διωρύγων και των μεγάλων αυλακιών στα αρδευτικά έργα, στους υδροφράκτες κ.λπ. β) (φρ.) «κορμοὶ ναυτικοί», τα κουπιά.
Ετυμολογία
< αρχ. κορμός.
Σύνθετα
κορμοστασιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορμός», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορμοσ/