navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βολάζω, και -ιάζω

βολάζω

Και: -ιάζω

ρ. [μετβ.]

  1. (ναυτ.) ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα
  2. βυθίζω κάτι σε νερό
  3. χτυπώ την επιφάνεια του νερού με βολαστήρα [δες λ.].

Ετυμολογία

< αρχ. βόλος [= 1. ρίξιμο διχτυού με το χέρι, 2. κάτι που πιάνεται στο δίχτυ· το κοπάδι των ψαριών].

Παράγωγα

βόλαγμα και βόλασμα [= το ρίξιμο των διχτυών στη θάλασσα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βολάζω, και -ιάζω», σσ. 158-159. https://navalhistory.gr/lexiko/βολαζω-και-ιαζω/