βολάζω
Και: -ιάζω
ρ. [μετβ.]
- (ναυτ.) ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα
- βυθίζω κάτι σε νερό
- χτυπώ την επιφάνεια του νερού με βολαστήρα [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. βόλος [= 1. ρίξιμο διχτυού με το χέρι, 2. κάτι που πιάνεται στο δίχτυ· το κοπάδι των ψαριών].
Παράγωγα
βόλαγμα και βόλασμα [= το ρίξιμο των διχτυών στη θάλασσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βολάζω, και -ιάζω», σσ. 158-159. https://navalhistory.gr/lexiko/βολαζω-και-ιαζω/