ιστίο
το, ουσ.
(ναυτ.) το πανί [υλικά: καραβόπανο ή συνθετικό είδος ή ψάθα] που δένεται στα κατάρτια των ιστιοφόρων πλοίων και χρησιμεύει για την κίνηση του σκάφους.
Ετυμολογία
< αρχ. ἱστίον, το, [= οποιοδήποτε δίχτυ ή πανί] υποκ. του ἱστός.
Σημείωμα
είδη ιστίων: [πανιών] σε Clipper, π.χ. στο «Cutty Sark» [1869], τρίγκος, παρουκέτο, πλωριός, παπαφίγκος, πλωριός κούντρος, μαΐστρα, γάπια, μεγάλος παπαφίγκος, μεγάλος κούντρος, φόγος, μπέλμπερης, κοντραμπέλμπερης, σταντζιέρα, τουρκετίνα, φλόκος, κόντρα φλόκος, στραντζαβέλλα, καρβουνιέρα, βελαστράλια.
Τα ιστία (πανιά) μιας λέμβου είναι τα εξής: α) ακάτιο, β) κόντρα φλόκος, γ) λατίνι, δ) μεγίστη ή μαΐστρα, ε) μπαλόνι, στ) σακκολέβη (ή σακκολέφη), ζ) τζένοα (Genoa), η) τραπεζοειδές ιστίο, θ) φλέσι ή φλίτσι, ι) φλόκος (αρτέμων).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιστίο», σ. 374. https://navalhistory.gr/lexiko/ιστιο/