navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φανέστρα

φανέστρα

η, ουσ.

(ναυτ.) μικρό παράθυρο.

Ετυμολογία

< λατιν. finestra.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φανέστρα», σ. 884. https://navalhistory.gr/lexiko/φανεστρα/