κάθισμα
το, ουσ.
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κάθομαι ή του καθίζω
- (ναυτ.) α) προσάραξη πλοίου ή τράβηγμα στα ρηχά για ασφάλεια, β) πάγκος κωπηλάτη, σέλμα
- ξύλινη ή μεταλλική ή πλαστική ή από οποιαδήποτε άλλο υλικό κατασκευή, που χρησιμεύει για να κάθονται οι άνθρωποι, σκαμνί, καρέκλα, πολυθρόνα, κ.λπ. 3. τρόπος καθίσματος
- (γυμν.) τύπος άσκησης
- κατολίσθηση, βούλιαγμα
- (εκκλ.) α) τροπάριο που όσο διαρκεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας οι πιστοί επιτρέπεται να το παρακολουθούν καθιστοί, β) (φρ.) «Κάθισμα της Παναγίας ή Κάθισμα της Παναγιάς», σημείο, μεταξύ Ιερουσαλήμ και Βηθλεέμ, στο οποίο λέγεται ότι σταμάτησε η Παναγία για να ξεκουραστεί και στη θέση αυτή το 450 μ.Χ. οικοδομήθηκε μεγάλος οκταγωνικός χριστιανικός ναός.
Ετυμολογία
< κάθισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάθισμα», σ. 386. https://navalhistory.gr/lexiko/καθισμα/