navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάθισμα

κάθισμα

το, ουσ.

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κάθομαι ή του καθίζω
  2. (ναυτ.) α) προσάραξη πλοίου ή τράβηγμα στα ρηχά για ασφάλεια, β) πάγκος κωπηλάτη, σέλμα
  3. ξύλινη ή μεταλλική ή πλαστική ή από οποιαδήποτε άλλο υλικό κατασκευή, που χρησιμεύει για να κάθονται οι άνθρωποι, σκαμνί, καρέκλα, πολυθρόνα, κ.λπ. 3. τρόπος καθίσματος
  4. (γυμν.) τύπος άσκησης
  5. κατολίσθηση, βούλιαγμα
  6. (εκκλ.) α) τροπάριο που όσο διαρκεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας οι πιστοί επιτρέπεται να το παρακολουθούν καθιστοί, β) (φρ.) «Κάθισμα της Παναγίας ή Κάθισμα της Παναγιάς», σημείο, μεταξύ Ιερουσαλήμ και Βηθλεέμ, στο οποίο λέγεται ότι σταμάτησε η Παναγία για να ξεκουραστεί και στη θέση αυτή το 450 μ.Χ. οικοδομήθηκε μεγάλος οκταγωνικός χριστιανικός ναός.

Ετυμολογία

< κάθισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάθισμα», σ. 386. https://navalhistory.gr/lexiko/καθισμα/