κροσάρισμα
το, ουσ.
(ναυτ.) α) η πλεύση ενός στενού περάσματος, ενός διαύλου, σε κάποια θαλάσσια περιοχή, β) η διασταύρωση με άλλο σκάφος ή με κάποιο αντικείμενο που επιπλέει σε βαθμό επικινδυνότητας, όπως π.χ. ένα κοντέινερ, 2. (τεχνολ.) ο διαχωρισμός ενός ακουστικού σήματος.
Ετυμολογία
< κροσάρω [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κροσάρισμα», σσ. 460-461. https://navalhistory.gr/lexiko/κροσαρισμα/