navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σνόρκελ

σνόρκελ

το, άκλ. ουσ.

σνόρκελ, εικόνα από το έντυπο
  1. (ναυτ.) αναπνευστήρας καταδυτικής στολής
  2. (ναυπ.) διπλός σωλήνας που χρησιμοποιείται στα υποβρύχια για την εξασφάλιση ατμοσφαιρικού αέρα.

Ετυμολογία

< αγγλ. snorkel ή γερμ. Schnorchel.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σνόρκελ», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σνορκελ/