σνόρκελ
το, άκλ. ουσ.

- (ναυτ.) αναπνευστήρας καταδυτικής στολής
- (ναυπ.) διπλός σωλήνας που χρησιμοποιείται στα υποβρύχια για την εξασφάλιση ατμοσφαιρικού αέρα.
Ετυμολογία
< αγγλ. snorkel ή γερμ. Schnorchel.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σνόρκελ», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σνορκελ/