κύμβη
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) κοντή και πλατιά βάρκα που τοποθετούσαν αναποδογυρισμένη στους τροχούς των τροχήλατων πλοίων, β) πτυσσόμενη βάρκα των τορπιλοβόλων και αντιτορπιλικών που ο σκελετός της άνοιγε σαν ριπίδι και η οποία συμπτυσσόταν και τοποθετούνταν στο κατάστρωμα όπου καταλάμβανε ελάχιστο χώρο, [ερμ. 1η και 2η, https://lsj.gr/wiki], γ) (στρατ.) πτυσσόμενες βάρκες που συνδέονταν μεταξύ τους σε σειρά κάθετα του ποταμού και χρησιμοποιούνταν από το σώμα του Μηχανικού ως υπόβαθρα για τη ζεύξη ελαφρών γεφυρών
- (ανατ.) το μικρότερο επάνω μέρος της κόγχης του πτερυγίου του αφτιού, 5. (αρχ.) α) ανοιχτό αγγείο, συνήθως από πηλό, που μοιάζει με μακρόστενη βαθιά πιατέλα, β) είδος πρωτόγονης βάρκας από σκαμμένο κορμό δέντρου, γ) σάκος, ταγάρι.
Ετυμολογία
< αρχ. ουσ. κύμβη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κύμβη», σ. 467. https://navalhistory.gr/lexiko/κυμβη/