κετσές
ο, ουσ. [πληθ. κετσέδες]
- (υφαντ.) α) είδος χοντρού υφάσματος από μαλλί ή συμπιεσμένες τρίχες διαφόρων ζώων, συνών. πίλημα, πίλος, β) (ναυτ.) τσόχα κατάλληλη για ηχομόνωση στο χώρο του μηχανοστασίου
- (συνεκδ.) α) τάπητας από το παραπάνω είδος υφάσματος, β) υλικό κατάλληλο [παλαιότερα] στην κατασκευή στρωμάτων
- (μτφ.) τα πατημένα και όχι τα πλούσια και λαμπερά μαλλιά της κεφαλής.
Ετυμολογία
< τουρκ. keçe [= 1. πίλημα, 2. κιλίμι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κετσές», σ. 430. https://navalhistory.gr/lexiko/κετσεσ/