navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκαμπαβία

σκαμπαβία

η, ουσ.

(ναυτ.) ελαφριά άκατος ή μεγάλη λέμβος πολεμικών πλοίων που χρησιμοποιείται ως βοηθητικό σκάφος.

Ετυμολογία

< ιταλ. scappavia ή scampavia [= μυστική έξοδος, υπεκφυγή, δραπέτευση] < scappare [= φεύγω, διαφεύγω, δραπετεύω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαμπαβία», σ. 763. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαμπαβια/