επίσημα
το, ουσ.
- σφραγίδα πάνω σε χαρτόσημο, η οποία αλλάζει την αξία του
- σήμα, σφράγισμα πάνω σε χρυσά ή ασημένια αντικείμενα, για να διαπιστώνεται η γνησιότητα και η περιεκτικότητά τους σε χρυσό ή άργυρο
- (φρ.) «κινητό επίσημα», κινητό χαρτόσημο
- (ναυτ.) κατασκεύασμα συμβολικού σχήματος και χρώματος που τοποθετείται για επισήμανση σκοπέλων και υφάλων ή άλλων επικίνδυνων σημείων
- αυτοκόλλητο που επικολλάται στη ράχη των βιβλίων μιας βιβλιοθήκης και αναγράφει τον αριθμό ταξινόμησής του.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίσημα και δωρ. τ. ἐπίσαμα [= νεύμα, σημείο, διακριτικό σημάδι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίσημα», σσ. 294-295. https://navalhistory.gr/lexiko/επισημα/