αγρεύω
ρ. [μετβ.]
- πιάνω, κυνηγώντας τα, άγρια ζώα, ψάρια κ.ά.
- (μτφ.) ξεγελώ κάποιον αποσπώντας του κάποιο μυστικό
- (ναυτ.) ανασύρω από τον βυθό αντικείμενα, αλυσίδα, άγκυρα, καλώδια κ.λπ. χρησιμοποιώντας αγκύριο που έλκεται από το σκάφος.
Ετυμολογία
< ἄγρη [= α) κυνήγι, θήραμα, Ηρόδ. Ησίοδ. β) αλίευμα, ψαριά, σε Κ.Δ.].
Παράγωγα
άγρεμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγρεύω», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγρευω/