navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγρεύω

αγρεύω

ρ. [μετβ.]

  1. πιάνω, κυνηγώντας τα, άγρια ζώα, ψάρια κ.ά.
  2. (μτφ.) ξεγελώ κάποιον αποσπώντας του κάποιο μυστικό
  3. (ναυτ.) ανασύρω από τον βυθό αντικείμενα, αλυσίδα, άγκυρα, καλώδια κ.λπ. χρησιμοποιώντας αγκύριο που έλκεται από το σκάφος.

Ετυμολογία

< ἄγρη [= α) κυνήγι, θήραμα, Ηρόδ. Ησίοδ. β) αλίευμα, ψαριά, σε Κ.Δ.].

Παράγωγα

άγρεμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγρεύω», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγρευω/