κιούρτος
ο, ουσ.


(ναυτ.) συρμάτινο καλάθι με μικρό άνοιγμα εντός του οποίου τοποθετείται το δόλωμα, ιδανική παγίδα για ψάρεμα σκάρων, αστακών, χταποδιών, καραβίδων, γαρίδων, συνών. κύρτος και κύρτη, ψαροκάλαθο.
Ετυμολογία
< αρχ. κύρτος [= καλάθι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κιούρτος», σ. 434. https://navalhistory.gr/lexiko/κιουρτοσ/