navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στορέας

στορέας

ο, ουσ. [πληθ. στορείς]

στορέας, εικόνα από το έντυπο
  1. (ναυτ.) μεταλλικό εσωτερικό περίβλημα οφθαλμού που τοποθετείται: α) στο κατάστρωμα στο μέρος της πρύμνης, ή β) στο εξωτερικό στύλου, για προστασία των επιφανειών από την τριβή της αλυσίδας ή του συρματόσχοινου ή των σχοινιών πρόσδεσης, συνών. χοάνη, (φρ.) «τριγωνικός / οβάλ στορέας»,
  2. (τεχνολ.) σωληνοειδές περίβλημα, ελαστικό ή άκαμπτο, με το οποίο μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους τα άκρα δύο αξόνων.

Ετυμολογία

< αρχ. στορεύς, γεν. -έως, [= γαληνοποιός] < θ. στορ- του στόρνυμι [= διασπείρω ή στρώνω με κάτι] + [επίθημα] - εύς.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στορέας», σ. 789. https://navalhistory.gr/lexiko/στορεασ/