με(ν)τζάνα
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) κατάρτι της πρύμνης τρίστηλων και τετράστηλων ιστιοφόρων πλοίων ή ο τέταρτος ιστός σε πεντάστηλο σκάφος, επίδρομος, β) το τριγωνικό πανί της μεντζάνας σε ιστιοφόρο σκάφος, γ) «κόντρα μετζάνα», η γάμπια της πρύμνης
- (μσν.) είδος δοχείου που είναι κατάλληλο για κρασί, αντίστοιχο της νταμιτζάνας [< ιταλ. damigiana].
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] < ιταλ. mezzana < βενετ. mezana, [για την 2η ερμ.] < ιταλ. mezzina [= μπουκάλι, πήλινο ή χάλκινο σταμνί].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «με(ν)τζάνα», σ. 511. https://navalhistory.gr/lexiko/μεντζανα/