navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › ποδώ

ποδώ

ρ. [μετβ.]

(ναυτ.) τεντώνω το ιστίο με τον πόδα του πλοίου.

Ετυμολογία

< αρχ. πούς.

Παράγωγα

πόδωμα, πόδωση, ποδωστήρας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποδώ», σ. 680. https://navalhistory.gr/lexiko/ποδω/