κολομπίρι
το, ουσ.
(ναυτ.) [ιδιωματικό] ο λαιμός της στήλης ιστού, καθώς και του προβόλου και του κάθε επιστηλίου των ιστιοφόρων πλοίων, το οποίο έχει τετράγωνη μορφή πάνω στο οποίο θηλυκώνει το στηλόκρανο [δες λ.].
Ετυμολογία
< ιταλ. colombiere.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κολομπίρι», σ. 441. https://navalhistory.gr/lexiko/κολομπιρι/