navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύριγγα

σύριγγα

η, ουσ.

  1. (μουσ.) πνευστό όργανο, ο ποιμενικός αυλός, το σουραύλι
  2. (ιατρ.) σωληνοειδές όργανο κατάλληλο για εγχύσεις φαρμακευτικών διαλυμάτων σε ζωικούς, συνήθως, οργανισμούς
  3. σήραγγα, υπόγεια δίοδος
  4. σφυρίχτρα
  5. (φυτολ.) το φυτό πασχαλιά
  6. (τεχνολ.) υδραντλία, τρόμπα
  7. (ναυτ.) μακρόστενο ξύλινο δοκάρι που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική σκάρα
  8. σωληνοειδές όργανο των κυνηγών που μιμούνται τις φωνές των ζώων
  9. [ως κύρ. όν.] (μυθολ.) η *Σύριγγα, Νύμφη της Αρκαδίας.

Ετυμολογία

< αρχ. σῦριγξ, -ιγγος < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως δάνεια λ. ανατολικής ή μεσογειακής προέλευσης.

Μυθολογια

Σύριγγα, Νύμφη που ερωτεύτηκε ο Πάνας και προσπάθησε να την κάνει δική του, κυνηγώντας την στις όχθες του ποταμού Λάδωνα, χωρίς, όμως, να τα καταφέρει, αφού αυτή μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Γι’ αυτό ο Πάνας, έκοψε από τις όχθες του ποταμού καλάμια και δημιούργησε ένα μουσικό όργανο, παρόμοιο του αυλού, που το ονόμασε σύριγγα για χάρη της όμορφης Νύμφης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύριγγα», σ. 806. https://navalhistory.gr/lexiko/συριγγα/