navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόφα

κόφα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. ψάθινο ή κανναβένιο ή καλαμένιο καλάθι, μεγάλων διαστάσεων, κατάλληλο για μεταφορά φρούτων και καρπών, συνών. κοφίνι
  2. (μτφ.) γυναίκα ελευθέρων ηθών
  3. (ενδυμ.) το πίσω κρεμαστό μέρος της βράκας
  4. (ναυτ.) το θωράκιο πλοίου.

Ετυμολογία

< μσν. κόφα < ιταλ. coffa < βενετ. cofa < ισπαν. cofa < αραβ. quffa, ή

ή < λατιν. cuppa [= κύπελλο], ή

ή (ως αντιδάνειο για την 3η και 4η ετυμ. εκδοχή) ιταλ. coffa < λατιν. cophinus < αρχ. κόφινος [= κοφίνι, καλάθι].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόφα», σ. 457. https://navalhistory.gr/lexiko/κοφα/