κόφα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
- ψάθινο ή κανναβένιο ή καλαμένιο καλάθι, μεγάλων διαστάσεων, κατάλληλο για μεταφορά φρούτων και καρπών, συνών. κοφίνι
- (μτφ.) γυναίκα ελευθέρων ηθών
- (ενδυμ.) το πίσω κρεμαστό μέρος της βράκας
- (ναυτ.) το θωράκιο πλοίου.
Ετυμολογία
< μσν. κόφα < ιταλ. coffa < βενετ. cofa < ισπαν. cofa < αραβ. quffa, ή
ή < λατιν. cuppa [= κύπελλο], ή
ή (ως αντιδάνειο για την 3η και 4η ετυμ. εκδοχή) ιταλ. coffa < λατιν. cophinus < αρχ. κόφινος [= κοφίνι, καλάθι].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόφα», σ. 457. https://navalhistory.gr/lexiko/κοφα/