τσατάλι
Και: τσάταλο
το, ουσ.
- (εργαλ.) [λαϊκότροπο] α) διχαλωτό ξύλο ή πάσσαλος, διχάλα, φούρκα, δικράνι, β) σφεντόνα, τσιγκέλι
- (μτφ.) α) ξυλοκόπημα, ξυλοδαρμός, ραβδισμός, μαστίγωση, β) αυστηρή επίπληξη, τιμωρία
- (φρ.) «τα νεύρα μου τσατάλια», δηλ. νευρίασα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα, με τσάτισε
- (τοπων.) Τσατάλι, α) ονομασία κορυφής στο όρος Όθρυς, β) τοποθεσία στην οποία έχει ανεγερθεί και μνημείο πεσόντων για τους 63 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και σμηνίτες που έχασαν τη ζωή τους το 1991 από την πτώση του C-130 της πολεμικής αεροπορίας μας
- (ναυτ.) [θηλ.] η τσατάλα, το πίσω μέρος της ξύλινης δοκού [αλλιώς: ράντα] που αποτελείται από δύο παράλληλους πασσάλους που σχηματίζουν διχάλα για το κατάρτι.
Ετυμολογία
< τουρκ. çatal [= 1. διχαλωτό ραβδί, 2. πιρούνι, περόνη, 3. διακλάδωση, διχάλα, 4. ψαλίδα, αμφίσημος, 5. δίλλημα, 6. κέρατα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσατάλι και τσάταλο», σ. 851. https://navalhistory.gr/lexiko/τσαταλι-και-τσαταλο/