εμβολή
η, ουσ.
- (ιατρ.) η απόφραξη αιμοφόρου αγγείου, από θρόμβο αίματος, (φρ.) «πνευμονική εμβολή»,
- (στρατ.) εισβολή, επιδρομή
- (ναυτ.) σκόπιμη πρόσκρουση ή πλεύρισμα πλοίου πάνω σε άλλο σκάφος με σκοπό τον εμβολισμό και τη βύθισή του, αλλά και το ρεσάλτο που πραγματοποιεί το πλήρωμα του πρώτου για κατάληψη του δεύτερου πλεούμενου
- (ναυτ.) τυχαία σύγκρουση πλοίου
- (γυμν.) μία από τις κινήσεις στην πάλη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐμβολή < ἐμβάλλω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβολή», σ. 264. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβολη/