navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμβολή

εμβολή

η, ουσ.

  1. (ιατρ.) η απόφραξη αιμοφόρου αγγείου, από θρόμβο αίματος, (φρ.) «πνευμονική εμβολή»,
  2. (στρατ.) εισβολή, επιδρομή
  3. (ναυτ.) σκόπιμη πρόσκρουση ή πλεύρισμα πλοίου πάνω σε άλλο σκάφος με σκοπό τον εμβολισμό και τη βύθισή του, αλλά και το ρεσάλτο που πραγματοποιεί το πλήρωμα του πρώτου για κατάληψη του δεύτερου πλεούμενου
  4. (ναυτ.) τυχαία σύγκρουση πλοίου
  5. (γυμν.) μία από τις κινήσεις στην πάλη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐμβολή < ἐμβάλλω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβολή», σ. 264. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβολη/