navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγκίστρι

αγκίστρι

το, ουσ.

  1. μικρός μεταλλικός γάντζος χρήσιμος στο κρέμασμα αντικειμένων
  2. (ναυτ.) μικροσκοπικός γάντζος κατάλληλος για την τοποθέτηση του δολώματος
  3. οποιοδήποτε εργαλείο που έχει το σχήμα του γάντζου
  4. (φρ.) «πιάστηκε στ’ αγκίστρι», δηλ. έπεσε στην παγίδα, πιάστηκε στην φάκα
  5. [παροιμ.] «το ψάρι βλέπει το δόλωμα και όχι το αγκίστρι», δηλ. το να βλέπει κανείς την επιφανειακή πλευρά των πραγμάτων.

Ετυμολογία

< μσν. αγκίστριν < μτγν. ἀγκίστριον υποκ. του αρχ. ἄγκιστρον.

Παράγωγα

αγκιστριά, αγκιστρεύω, αγκιστρώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκίστρι», σ. 37. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκιστρι/