αγκίστρι
το, ουσ.
- μικρός μεταλλικός γάντζος χρήσιμος στο κρέμασμα αντικειμένων
- (ναυτ.) μικροσκοπικός γάντζος κατάλληλος για την τοποθέτηση του δολώματος
- οποιοδήποτε εργαλείο που έχει το σχήμα του γάντζου
- (φρ.) «πιάστηκε στ’ αγκίστρι», δηλ. έπεσε στην παγίδα, πιάστηκε στην φάκα
- [παροιμ.] «το ψάρι βλέπει το δόλωμα και όχι το αγκίστρι», δηλ. το να βλέπει κανείς την επιφανειακή πλευρά των πραγμάτων.
Ετυμολογία
< μσν. αγκίστριν < μτγν. ἀγκίστριον υποκ. του αρχ. ἄγκιστρον.
Παράγωγα
αγκιστριά, αγκιστρεύω, αγκιστρώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκίστρι», σ. 37. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκιστρι/